Ειδοποιήσεις
Καθαρισμός όλων

Άσκηση: Η τελευταία πινελιά

Σελίδα 3 / 3

Carolina Spyridonakou
Δημοσιεύσεις: 12
Active Member
Εγγραφή: πριν από 3 μήνες

Γαλλικά Βιβλία  

  Σεπτέμβρης του 1998 στην Γαλλία. Παρίσι. Η Κασσιανή ξύπνησε νωρίς αυτό το πρωινό, καθώς οι αχτίδες του ήλιου εισέβαλλαν απροσδόκητα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Τα παραθυρόφυλλα ήταν ανοιχτά και έτσι μπορούσε να χαζέψει την θέα από το δωμάτιο της. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο. Ένας τοίχος ήταν , κιτρινωπός, άχρωμος, με έντονα τα σημάδια του χρόνου απάνω του, αλλά οι ευωδίες από ανάβλυζαν από αυτόν κάλυπταν κάθε ασχήμια που θα μπορούσε κανείς να σχηματίσει. Ευωδίες από αναμνήσεις. Πέρασε δέκα λεπτά κοιτάζοντας τον τοίχο. Το περίμενε πώς και πώς το ταξίδι αυτό. Δεν περίμενε, ότι θα έβρισκε το κουράγιο να ξανά έρθει. Οι σκέψεις τις διακόπηκαν από την εισβολή της καμαριέρας. 

-Συγγνώμη (ταραγμένα) ! Νόμιζα πως είχατε φύγει. Θα ξανά έρθω μετά! 

-Όχι, παρακαλώ! Κάντε την δουλειά σας! Θα έπρεπε να έχω φύγει, να περιπλανώμαι στους δρόμους. Έτσι, κάνουν οι τουρίστες , σωστά; Ενώ εγώ.. είμαι ξαπλωμένη και κοιτάζω (δείχνοντας το παράθυρο) ένας θεός ξέρει τι ! Αξιολύπητη τουλάχιστον! Δώστε μου ένα λεπτό και έφυγα!  

Η Κασσιανή άνοιξε βιαστικά την βαλίτσα, άρπαξε ένα μπλουζάκι, ένα τζιν και πήγε στο μπάνιο. Οι κινήσεις της ήταν θαρραλέα γρήγορες, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι ήταν και απερίσκεπτες! Δεν άργησε πολύ να ετοιμαστεί. Αδέξια έκανε έναν χαμηλό κότσο στα μαλλιά- δεν της άρεσαν τα μαλλιά της λυμένα- πήρε το μαύρο σακάκι που είχε ξεχάσει από εχθές σε μια καρέκλα στην είσοδο του δωματίου , έβαλε τα αγαπημένα της αθλητικά παπούτσια και βγήκε. Δεν ήξερε που ήθελε να πάει, αλλά δεν ήξερε κιόλας αν ήθελε να μάθει. Αυτή η καμαριέρα την ταρακούνησε για τα καλά. Είχε την ανάγκη απλά να βαδίσει και όπου την έβγαζε εν τέλει το συναίσθημά της. Είχε για πρώτη φορά την ανάγκη να ακούσει τον εαυτό της, το ένστικτό της. Δεν φοβόταν το άγνωστο-γιατί αν και είχε περπατήσει μυριάδες φορές τα σοκάκια του Παρισιού αυτή την φορά της φάνταζαν άγνωστα, πρωτόγνωρα και ξένα.  

  “Πόσο ταιριάζει η βροχή στο Παρίσι” σκέφτηκε και αμέσως σταμάτησε να περπατά. Θυμήθηκε εκείνο το καφέ . Ο βηματισμός της έγινε γρήγορος. Οι μυρωδιές από τα κρουασάν την κατηύθυναν. Αγόρασε δύο με σοκολάτα και ένα με σταφίδες. Η πωλήτρια με το γνώριμο πρόσωπο, απόρησε, όταν το ζήτησε, αλλά δεν έδωσε σημασία. Τα πήρε στο χέρι και έκατσε στο πάρκο λίγο πιο πέρα. Δεν της άρεσαν οι σταφίδες, αλλά μηχανικά σχεδόν τα ζήτησε. Ίσως λιγουρευόταν το ένα περισσότερο από τα άλλα δύο.  Έκλεισε τα μάτια και γεύτηκε το κρουασάν. “Τα πάντα είναι ποίηση τριγύρω” είπε χαμηλόφωνα. Απόλαυσε κάθε μπουκιά ηδονικά, παρατηρώντας την ομορφιά τριγύρω.  

  Η ώρα πέρασε. Ο ήλιος άρχισε να σβήνει. Νωχελικά κατευθύνθηκε σε μια βιβλιοθήκη. Πόσο αγαπούσε τα βιβλία. Κυρίως τα γαλλικά βιβλία. Αν και δεν καταλάβαινε πολλά, της άρεσε να τα ξεφυλλίζει με την συντροφιά ενός κόκκινου κρασιού. “Θα μάθω γαλλικά” έλεγε κάθε φορά στον εαυτό της, όταν έβρισκε ένα βιβλίο κάπως πιο ενδιαφέρον. Ακόμα δεν είχε μάθει. Ένας φευγαλέος νυγμός λύπη την κατέβαλλε στην σκέψη αυτή. Άραγε είχε εκπληρώσει όλες τις επιθυμίες; 

  Ατμόσφαιρα τεχνητά ρομαντική από τον φωτισμό στο μπαρ. Παράγγειλε κι άλλο κρασί. Το τελευταίο για σήμερα. Ένιωθε ήρεμη, ελεύθερη από κάθε σκέψη.. Της άρεσε πολύ το τραγούδι που έπαιζε. Ρυθμικά κουνούσε το κεφάλι της. Απολάμβανε κάθε αντίσταση του αέρα. Είχε νυχτώσει. Ένιωσε κάποιος να την πλησιάζει.  

- Άφησε με να σταθώ απέναντί σου. Μονάχα ένα λεπτό, άφησέ με! 

-Το φως του φεγγαριού δραπέτευσε 

Δεν έτρεξες να προφτάσεις 

Του ηδονικού χορού  

Τα ερέβη και τα “πάλι”. 

Απάντηση
Xrystad
Δημοσιεύσεις: 57
Trusted Member
Εγγραφή: πριν από 3 μήνες

Η τελευταία πινελιά

 

-Κι αυτός ο πίνακας γιατί είναι εδώ κάτω πεταμένος;

-Είναι ημιτελής!

-Μα μόνο μια τελευταία πινελιά του λείπει…

- …που δε πρόκειται να μπει ποτέ!

Ο Γιάννης, παίρνει τον πίνακα και τον βάζει στο καβαλέτο, αψηφώντας την άγρια ματιά που του ρίχνει η Ελένη. Πάντα παράξενη ήταν έτσι κι αλλιώς. Όμως αυτός ο πίνακας του μιλάει. Του βγάζει την αλήθεια της. Αυτή την αλήθεια που είχε αγαπήσει πάνω της.

Παίρνει τη πράσινη καρέκλα, την βάζει μπροστά στο καβαλέτο και αφήνεται να χαθεί μέσα στις χρωματιστές πινελιές του πίνακα.

 Άραγε γιατί επικρατεί το βαθύ κόκκινο; Είναι το χρώμα που αντιπαθεί. «Σου ρίχνει μπουνιά στο στομάχι» του είχε πει, όταν της αγόρασε εκείνο το μακρύ κόκκινο μαντήλι από την Ισπανία. Και τώρα έχει φτιάξει έναν κατακόκκινο πίνακα. Ένα υπέροχο κόκκινο πίνακα! Κι όμως αυτός είναι ο εαυτός της, κι ας μην έχει μορφή. Είναι η ζωντάνια της, η ορμή της σε κάθε τι που την ιντριγκάρει.

-Ακόμη πάνω είσαι; Ακούγεται η φωνή της Ελένης, που τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

-Έρχομαι! Φωνάζει κατεβαίνοντας τα σκαλιά που οδηγούν στη σοφίτα.

-Ελπίζω να τον κατέβασες από τον θρόνο του.

-Όχι πριν βάλεις την τελευταία πινελιά!

Η Ελένη ανεβαίνει τρέχοντας τα σκαλιά, πιάνει το πινέλο και το ακουμπάει με μεγάλη επιμέλεια πάνω στον πίνακα.

-Ορίστε! Και η τελευταία πινελιά!

-Μα δεν έχεις βάλει χρώμα στο πινέλο…

 

 

Απάντηση
Athina
Δημοσιεύσεις: 29
Eminent Member
Εγγραφή: πριν από 3 μήνες

Ταιριαστή η σύλληψη, ίσως ήθελε εκτός από το εικαστικό και δύο ρίμες ποίηση?

Απάντηση
Σελίδα 3 / 3
Μοιράσου: